αντιλαμβάνομαι Kreeka - Chinese

1.


2.


3.

  • Kreekaκαταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, εννοώ


4.


5.


6.

  • Chinese

  • Kreekaσημειώνω, παρατηρώ, προσέχω, αντιλαμβάνομαι


7.


8.





English translator: Greek Chinese αντιλαμβάνομαι  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare