генера́л Kreeka - Malta

1.


2.

  • Kreekaγενικός


  • Kreekaστρατηγός, πτέραρχος qualifier


3.

  • Kreekaγενικός


  • Kreekaστρατηγός, πτέραρχος qualifier


4.

  • Kreekaγενικός


  • Kreekaστρατηγός, πτέραρχος qualifier


5.


6.

  • Kreekaγενικός


  • Kreekaστρατηγός, πτέραρχος qualifier


7.


8.

  • Kreekaγενικός


  • Kreekaστρατηγός, πτέραρχος qualifier


9.


10.

  • Kreekaγενικός


  • Kreekaστρατηγός, πτέραρχος qualifier





English translator: Greek Maltese генера́л  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare