locus Kreeka - Läti

1.


2.

  • Kreekaτόπος, θέση, περιοχή, τοποθεσία, μέρος, σημείο,

  • Lätivieta


3.

  • Kreekaτόπος, θέση, περιοχή, τοποθεσία, μέρος, σημείο,

  • Lätivieta


4.


5.





English translator: Greek Latvian locus  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare