fallecer Araabia - Kreeka

1.


2.

  • Araabiaمَاتَ

  • Kreekaπεθαίνω, αποθνήσκω, αποβιώνω


3.

  • Araabiaمَاتَ

  • Kreekaπεθαίνω, αποθνήσκω, αποβιώνω


4.

  • Araabiaمَاتَ

  • Kreekaπεθαίνω, αποθνήσκω, αποβιώνω


5.

  • Kreekaξεψυχώ, αφήνω την τελευταία μου πνοή





English translator: Arabic Greek fallecer  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare